ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΓΡΑΜΜΑ

Κατά ένα περίεργο τρόπο, τα φετινά Χριστούγεννα  δεν ήταν για το Θωμά ευκαιρία για διασκέδαση, διακοπές και ξεφάντωμα, όπως το συνήθιζε. Η ζωή του ολόκληρη θα έλεγα, πως δεν ήταν ίδια μετά τον Αύγο…

Πηγή: ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΡΙΟ ΓΡΑΜΜΑ

Advertisements

Ο ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Στους λόφους με τα σκουπίδια μεγάλωσα! Εκεί ωρίμασα πρόωρα. Εκεί που σήμερα  συνωστίζονται εκατοντάδες άνθρωποι, καθώς πηγαινοέρχονται στη MAKRO , τη MEDIA MARKT, την CARREFOUR, και άλλα εμπορικά κέντρα και πολυκαταστήματα. Εκεί που σήμερα καταλήγει ο περιφερειακός της πόλης, διευκολύνοντας τις μετακινήσεις χιλιάδων ανθρώπων που τον διαβαίνουν κρυμμένοι στα μεταλλικά τους οχήματα.

Μόνος, εγώ και ο σκύλος μου. Με μια σφεντόνα στην πίσω τσέπη του κοντού παντελονιού μου. Εκεί έτρεχα όταν ήθελα να ξεφύγω από στενοχώριες, άσχημες σκέψεις, αδικία  και φόβο. Στους ψηλούς λόφους, με πόδια γρατσουνισμένα από ξερά χόρτα και αγκάθια, αγνάντευα και αφουγκραζόμουν την πόλη. Προσπαθούσα θυμάμαι να καταλάβω, γιατί μου φαίνονταν τόσο όμορφη από εκεί, ενώ έχανε την ομορφιά αυτή κάθε φορά που βρισκόμουν στην τραχιά και αφιλόξενη αγκαλιά της!

Οι άνθρωποι της πόλης,  τόσο ήρεμοι  και τόσο γοητευτικοί, παρατηρώντας τους από μακριά. Τόσο απότομοι, άγριοι και δύστροποι, όταν βρεθείς ανάμεσα τους.

Στους λόφους με τα σκουπίδια, μπορούσα να βρίσκομαι μακριά και συγχρόνως τόσο κοντά τους! Να τους παρατηρώ και να τους σκέπτομαι, καθώς εξερευνούσα και επεξεργαζόμουν τα χρησιμοποιημένα απομεινάρια της υλικής τους ταυτότητας. Καθισμένος σε μια βρώμικη και φθαρμένη μα αναπαυτική πολυθρόνα, διάβαζα ξεχασμένες αλληλογραφίες, σκάλιζα μπάζα, κουφώματα και χαλασμένες συσκευές, που λίγο παλαιότερα τους γέμιζαν ενέργεια, χαρά και ευτυχία, χαρίζοντας τους εκείνη τη γλυκιά, ηδονική αίσθηση ικανοποίησης που νιώθει κανείς υλοποιώντας τα όνειρα του.

Εκεί κείτονταν… Γκρεμισμένα, σπασμένα, ξεχασμένα όνειρα! Ικανοποιώντας την αχόρταγη περιέργεια και φαντασία μου, μπορούσα να νιώσω ένα μικρό κομμάτι της ενέργειας που χάριζαν τα υλοποιημένα όνειρα, στους ανθρώπους που ζουν σ’ αυτή την πολύβουη πόλη. Η που δεν βρίσκονταν πλέον στη ζωή.

Εκεί, ανάμεσα σε πεταμένα και ξεχασμένα όνειρα, που είχαν όπως φαίνεται και αυτά ημερομηνία λήξεως, γινόμουν ο Σούπερμαν, το παιδί πάνθηρας, ο Σπάιντερμαν, ο μεγάλος επιχειρηματίας, ο καλύτερος ποδοσφαιριστής, ο μεγάλος εραστής, ο Εθνικός ήρωας!

Στους λόφους με τα σκουπίδια, έγινα Εγώ τελικά!

ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ… ΑΞΙΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ

Με τρία ευρώ κερδίζεις το φαγητό της ημέρας. Με δέκα, βολεύεις και ένα κρεβάτι με στρώμα, σε σκοτεινό δωμάτιο πολύ παλιού ξενοδοχείου. Μυρίζει μούχλα  και κλεισούρα, μα είναι ζεστό! Έχει δυο κουβέρτες σε μια ξύλινη ντουλάπα, κι ένα νιπτηράκι με βρύση. Εκεί μπορείς να πλυθείς, να λούσεις το βρώμικο κεφάλι σου, για να πάψει να σε τρώει, και να σε τρελαίνει από τον πόνο. Μακάρι να μπορούσες να πλύνεις και τα ρούχα σου. Μα είναι αδύνατον. Δεν προλαβαίνουν να στεγνώσουν, και δεν ξέρεις που θα βγάλεις την αυριανή νύχτα. Μια τέτοια παγερή μέρα του Γενάρη, ο πόνος  είναι ζωγραφισμένος στα μάτια σου. Και στο τσακισμένο πρόσωπο με την γκρίζα γενειάδα. ( Γκρίζα από τη βρωμιά και την καπνιά .) Ένα πρόσωπο σαν εκείνα που φιγουράρουν συνήθως στις θαμπές καπνισμένες  εικόνες των εκκλησιών. Εκεί που κοντοστέκεται κανείς, σταυροκοπιέται  και του ζητά βοήθεια, αποκαλώντας το, «Άγιο». Μα σαν το δει ζωντανό στη γωνία του πεζοδρομίου, γυρίζει αλλού το βλέμμα, κάνει πως δεν είδε, και αλλάζει δρόμο.

Η ώρα πήγε τέσσερις. Σε λίγο το φως της ημέρας θα χαθεί. Τα μετράς τα ξαναμετράς, δεν βγαίνουν πάνω από επτά ευρώ. Σηκώνεις το κεφάλι σου προς τον ουρανό. Μοιάζει  να ικετεύεις κάποιον εκεί ψηλά. Φαίνετε να είναι η τελευταία σου ελπίδα. Ένα δάκρυ ξεφεύγει από τα κόκκινα μάτια σου. Κυλά αργά μέσα σε μια αυλακιά του προσώπου σου, και χάνεται μέσα στα κοντά βρώμικα γένια.

– Όχι πάλι, όχι στο παγκάκι. Έχει πολύ κρύο. Δεν μπορώ πάλι. Η μέση μου, με πεθαίνει. Δεν θα το αντέξω και σήμερα. Επτά ευρώ είναι μόνο. Τι να κάνω; Δε μου δίνουν σήμερα. Τρία ευρώ ακόμη,  τρία ευρώ. Η μέση μου δεν αντέχει το κρύο. Τρία ευρώ, να κοιμηθώ στο κρεβάτι σήμερα. Και αύριο βλέπουμε.

Θα πρεπει να ήταν στα Βουλγάρικα όλα όσα είπες, εκτός δυο – τρεις λέξεις. Άκουσα όμως, και κατάλαβα πολύ καλά τι ζητούσες. Τρία ευρώ για επιβίωση. Τρία ευρώ για να τελειώσεις και τούτη τη μέρα ζωντανός, ευχαριστημένος. Αύριο προσπαθούμε απ’ την αρχή. Αύριο βλέπουμε!