ΑΝ…

ΑΝ…   Αν ήσουν θάλασσα ..Η τρικυμία που δέρνει την καρδιά μου θα γινόσουν ! Αν ήσουν ποταμός.. Χείμαρρος ορμητικός, που κατακλύζει κάθε σκέψη μου! Αγάπη μου, αν ήσουνα ωκεανός ..Στα βάθη της ψ…

Πηγή: ΑΝ…

Advertisements

Ο ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ ΤΗΣ ΨΥΧΗΣ

scary-mirror-1

Μια παρέα πέντε έφηβων αγοριών, στην προσπάθεια τους να ζήσουν μια περιπέτεια στις καλοκαιρινές διακοπές τους, φτάνουν σε ένα εγκαταλειμμένο διώροφο κτήριο της Θεσσαλονίκης. Μετά από μεγάλη προσπάθεια καταφέρνουν να εισβάλλουν στο εσωτερικό του!
Τι αναζητούν; Και τι βρίσκουν τελικά;
Τι είναι αυτό που θα αλλάξει μια για πάντα τη ζωή του Ορέστη;
Πολλοί θα πουν πως πρόκειται για μεταφυσικό… Μα ότι δεν μπορεί να αποδείξει η επιστήμη της Φυσικής, δε σημαίνει πως δεν ανήκει και στο Φυσικό κόσμο…

[1]*ΠΡΟΛΟΓΟΣ*

Ήταν καλοκαίρι, μήνας Ιούνιος θυμάμαι… Γύρω στα δεκατέσσερα ήμουν… Όπως και οι υπόλοιποι της παρέας. Εποχή που το ίντερνετ  και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν είχαν κάνει ακόμη την εμφάνιση τους. Σ’ αυτή την εποχή οι έφηβοι αναζητούν ήρωες και πρότυπα στην τηλεόραση, στον κινηματογράφο, στις βιντεοταινίες, στα κόμικς, αλλά και στη μουσική!  Ένα τραγούδι της Αθηναϊκής κομπανίας, θυμάμαι πως με πλήγωνε πολύ, κάθε φορά που τ’ άκουγα…

{Η ρουτίνα μας κερνάει για να πιούμε άλλο ένα

Απ’ τα χρόνια μας που φεύγουν γύρω μας ειρηνικά,

τόσο απλά, τόσο ρηχά, τόσο συνηθισμένα.}

Ανησυχούσα με την ιδέα πως και η δική μου ζωή θα έφευγε τόσο απλά, τόσο ρηχά, τόσο συνηθισμένα. Όπως έκανα με όλες μου τις ανησυχίες, έτσι κι αυτή, τη μοιράστηκα με τους τέσσερις φίλους μου εκείνο το Καλοκαίρι του 86! Το αποτέλεσμα ήταν να συμφωνήσουμε πως δε θα επιτρέπαμε στη ρουτίνα να μας κεράσει άλλο ένα συνηθισμένο Καλοκαίρι. Ανεβάσαμε την αδρεναλίνη μας στα ύψη και ξεκινήσαμε την αναζήτηση.

Τι αναζητήσαμε; Άλλοι το είπαν περιπέτεια, άλλοι είπαν πως αναζητούσαμε μπελάδες… Έχω την εντύπωση πως κάποιοι από εμάς αναζητούσαν τον ίδιο τους τον εαυτό!

Είναι δύσκολο να πει κανείς με βεβαιότητα τι πραγματικά ζητάει να βρει στη ζωή του ένας έφηβος.

[2]****ΤΟ ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ ΚΑΙ ΤΑ ΠΕΡΙΕΡΓΑ****

Ποιος ευθύνονταν για την απόγνωση που βίωναν καθημερινά όσοι πουλούσαν φρούτα και λαχανικά στους δρόμους και στις λαϊκές; Οι γνωστοί σε όλους μανάβηδες δηλαδή…  Μα φυσικά το Τσερνομπίλ!       Για πολλούς ανθρώπους, το ατύχημα που έγινε στις 26 Απριλίου του 1986 στο πυρηνικό εργοστάσιο της τότε Σοβιετικής Ένωσης, ήταν πολύ πιθανό να μολύνει μεγάλο μέρος της Ευρωπαϊκής ατμόσφαιρας.

 ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΚΑΠΟΥ ΣΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΡΙΑ… ΜΑΙΟΣ ΤΟΥ 1986…

«Τζάμπα τα κεράσια λέμε σήμεραα… Τζάμπααα… Διαλέχτεεε… Τρία κατοστάρικα η σακούλα λέμε σήμερα μαντάμ! Τρία τρίααα! Μην τα κοιτάζεις έτσι καλέ… Έλα, πάρε σακούλα, γέμισε… Δε ζυγίζουμε σήμερα, ότι πάρεις τρακόσες!»

Μια υπέρβαρη κυρία κοντοστέκεται μπροστά στον πάγκο του. Η αλήθεια είναι πως σταματούσε σε όλους τους πάγκους για να πάρει ανάσες. Ήταν τόσο χοντρή, που δυσκολευόταν να ολοκληρώσει περισσότερα από πέντε βήματα χωρίς να κάνει μια στάση. Κοιτάζει και σκέφτεται… (Τρία κατοστάρικα; Άγιε Δημήτρη μου! Παλαβός θα’ ναι τούτος. Είναι δυνατόν; Δεν έχει ούτε μήνα που έδωσα χιλιάρικο για μια σακούλα.) Το ξανασκέφτεται…

«Βρε συ… Είναι τα ίδια που είχες και πριν από ένα μήνα;»

«Τα ίδια και καλύτερα είναι μαντάμ! Έλα να σε χαρώ δοκίμασε τα και θα με θυμηθείς!»

Το ξαναματασκέφτεται η μαντάμ… Ξαφνικά, της έρχονται στο νου όλα τα λεγόμενα των ειδήσεων περί ραδιενέργειας και Τσερνομπίλ. Όλες οι φήμες και τα κουτσομπολιά του κόσμου που ακούγονταν καθημερινά τον τελευταίο μήνα. Το πρόσωπο της χλόμιασε απότομα… Σούφρωσε τα φρύδια της, φούσκωσε και ξεφούσκωσε τρεις φορές μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα… Τελικά κατάφερε να επανέλθει στα καλά της. (Στα καλά της… Πφ, τα χρόνια που πέρασαν με έκαναν πολύ επιεική μαζί της.)

«Οο… Όχι – Όχι! Ευχαριστώ! Δεε… Δε θα πάρω.»

Τίναξε ψηλά την Halloween κολοκύθα της… -Ε, συγνώμη, το κεφάλι της ήθελα να πω- και έφυγε γοργά, καμαρωτά, σαν να είχε κάνει τη σοφότερη επιλογή της ζωής της.

Σίγουρα ήταν πολύ δύσκολες εκείνες οι μέρες για τους άμοιρους τους μανάβηδες. Πολύ λίγοι ήταν εκείνοι που δεν έδιναν σημασία στα λεγόμενα του πλήθους και φυσικά επωφελούνταν από τις χαμηλές τιμές των προϊόντων. Μάλιστα, μέσα σ’ αυτούς τους πολύ λίγους, συμπεριλαμβανόμασταν και όλοι εμείς οι αλητάμπουρες, που μπορεί να μη δίναμε καμία σημασία στη ραδιενέργεια,  όμως δεν πηγαίναμε και στη λαϊκή για να αγοράσουμε τα φρούτα μας… Τόσο δύσκολες ήταν εκείνες οι μέρες για τους μανάβηδες!

Εμείς μπορώ να πω, πως ήμασταν οι ευνοημένοι της υπόθεσης… Αφού για πρώτη φορά στα χρονικά,  είχαμε το ελεύθερο θα έλεγε κανείς, να συλλέγουμε όλους τους καρπούς της γειτονιάς, χωρίς να μας κυνηγάει με την τσάπα του ο κυρ Χρήστος και με τη σκούπα της η τρελοΒαρβάρα. Που μπορεί να ήταν τρελή η αφιλότιμη, αλλά στο άκουσμα και μόνο της λέξης ΤΣΕΡΝΟΜΠΙΛ, χλόμιαζε, έξυνε το κούφιο της κεφάλι και κλείνονταν στο σπίτι της. Ήταν ικανή να μην αγοράσει ούτε ψωμί και να έμενε νηστική όλη τη μέρα σε περίπτωση που έβρεχε. Θεωρούσε πως τα κεράσια της ήταν μολυσμένα απ’ τη ραδιενέργεια και δεν την ένοιαζε αν τα τρώγαμε εμείς. Όχι πως τις προηγούμενες χρονιές τα έτρωγε η ίδια, αλλά η τρελή γίνονταν και μανιακή αν έπεφτε στην περιορισμένη της αντίληψη ότι βάλαμε χέρι στο γέρικο καρποφόρο δέντρο της. Ευχαριστιόταν κάθε χρόνο η μουρλένγκο να παρακολουθεί την κερασιά της να γεμίζει με ανθούς που στη συνέχεια μεταμορφώνονταν σε μικρά στρόγγυλα κερασάκια, κατόπιν ωρίμαζαν, σάπιζαν κι έπεφταν στο έδαφος. Όλο αυτό το σκηνικό μας φαίνονταν άρρωστο και παρανοϊκό. Μ’ αυτόν ακριβώς τον τρόπο, κάθε χρόνο η Βαρβάρα έδινε στην παρέα μας ένα είδος εξετάσεων για να πάρει το τρελόχαρτο της και να επικυρώσει την τρέλα της. Εκείνη τη χρονιά όμως, μετά από πολύωρη σύσκεψη που κάναμε στη λέσχη, αποφασίσαμε πως έπρεπε να την απορρίψουμε. Δυστυχώς, η αλήθεια ήταν πως για πρώτη φορά, η Βαρβάρα αποτύχαινε στις εξετάσεις. Ποιος ξέρει; Ίσως μια μέρα να έβρισκε και τα λογικά της!

Αποφασίστηκε λοιπόν, ημέρα και ώρα της σοβαρότατης συνέλευσης της παρέας, με θέμα: ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ 1986.

[3]**** Η ΚΑΛΥΒΑ ****

Σχεδόν όλοι ήμασταν συνεπής στην ώρα που ορίσαμε να συναντηθούμε στην καλύβα, προκειμένου να αποφασίσουμε για το ποιες θα ήταν οι καλοκαιρινές μας δραστηριότητες. Και λέω σχεδόν όλοι, γιατί ως συνήθως ο Τάσος καθυστέρησε περίπου εικοσιπέντε λεπτά.

Η λέσχη μας ιδρύθηκε πριν δυο χρόνια. Την ιδρύσαμε εγώ και ο Άκης, όταν ανακαλύψαμε εκείνη την άθλια και ετοιμόρροπη παράγκα, που αργότερα τη μετατρέψαμε σε ένα πεντακάθαρο και  οργανωμένο καταφύγιο που το ονομάσαμε ΛΕΣΧΗ! Τα μόνιμα μέλη της Λέσχης μας ήταν πέντε. Μια πεντάδα φίλων και συμμαθητών απ’ το σχολείο, με κοινά ενδιαφέροντα και ανησυχίες, θα μπορούσε να πει κανείς, συμφωνώντας  με τη ρήση του σοφού  λαού που λέει… Δείξε μου το φίλο σου, να σου πω ποιος είσαι! Κατά καιρούς εγγράφονταν και ξεγράφονταν διάφοροι άλλοι φίλοι και γνωστοί, κυρίως για να λαμβάνουν μέρος σε κάποιες εκδηλώσεις και δραστηριότητες μας.

Η καλύβα βρίσκονταν πολύ κοντά στα σπίτια μας και απορήσαμε που δεν την είχαμε προσέξει για πολύ καιρό. Ήταν ιδιοκτησία ενός γεράκου που ποτέ δε γνωρίσαμε. Την πρώτη φορά που την αντίκρισα ήταν ένα πρωινό Μεγάλης εβδομάδας. Δε θυμάμαι ποια μέρα της Μεγάλης εβδομάδας ήταν, αυτό που θυμάμαι όμως, είναι πως είχα σκαρφαλώσει σε μια ψηλή συκιά πίσω απ’ το σπίτι της κυρά Λένης,  -όχι για σύκα Πασχαλιάτικα-  γιατί ήθελα να κατασκευάσω ένα δεντρόσπιτο! ( Ένα έργο που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε.)  Ενώ χάζευα λοιπόν από ψηλά τη θέα της μικρής γειτονιάς μου που βρίσκεται δίπλα στο περιβόητο κανάλι, (το φυσικό σύνορο των δήμων Πυλαίας και Καλαμαριάς), το βλέμμα μου έπεσε πάνω στις σκουριασμένες λαμαρίνες της σκεπής της. Ήταν το μόνο που μπορούσα να διακρίνω, αφού βρίσκονταν καλά κρυμμένη  μέσα σε ένα δάσος από γαϊδουράγκαθα!     Ένα πρωί ρώτησα την κυρά Λένη που η οικογένεια της ήταν απ’ τις πρώτες που εγκαταστάθηκαν σ’ αυτή τη μικρή γειτονιά, -όλο κι όλο δώδεκα σπίτια- ποιος ήταν ο ιδιοκτήτης  εκείνης της καλύβας. Αφού ανακάλεσε μνήμες 30 ετών, μου είπε πως ήταν του Δεμίρογλου, του Μικρασιάτη.  Ο Δεμίρογλου έμενε μόνος του τότε και ζούσε με τα λίγα χρήματα που έβγαζε διατηρώντας το καφενείο της περιοχής. Είχε κι ένα μικρό κτηματάκι, στο οποίο καλλιεργούσε διάφορα λαχανικά  που τα  χρησιμοποιούσε στο καφενείο. Γι’ αυτό το λόγο κατασκεύασε την ξύλινη καλύβα, προκειμένου να αποθηκεύει τα εργαλεία του.

[4]****(FLASHBACK)****

Μια μέρα λοιπόν που η κυρά Λένη σκούπιζε τα πεσμένα ξερά φύλλα από τις λεύκες που υπήρχαν έξω απ’ την αυλή του σπιτιού της, βρήκα την ευκαιρία να πιάσω κουβέντα μαζί της.

«Τι απέγινε ο Δεμίρογλου κυρά Λένη;»

« Ουου… Πάνε 25-30 χρόνια που πέθανε.»

«Πέθανε! Πως πέθανε;»

« Αυτοκτόνησε! Θυμάμαι καλά τη μέρα που τον βρήκανε. Εκεί στην καλύβα ήταν! Κρεμάστηκε με τη ζώνη του, απ’ την κάσα της πόρτας!»

Το είπε με τόσο φυσικό τρόπο, σαν να μιλούσε για ένα συνηθισμένο θάνατο. Η καλύτερα, σαν να με πληροφορούσε πως ο Δεμίρογλου έκανε την πρωινή γυμναστική του, πριν ξεκινήσει για τη δουλειά.

«Έλα κυρά Λένη… Μη με κοροϊδεύεις… Πως πέθανε;»

«Δε σε κοροϊδεύω καθόλου Ορέστη. Έτσι ακριβώς έγινε. Τι με βάζεις και θυμάμαι τώρα βρε; Κοίτα μην πας προς τα κει… Θα σε φάνε τα φίδια! Άντε-άντε, άσε με τώρα να κάνω καμιά δουλειά.»

Σιγά να μη σε αφήσω τόσο εύκολα… Σκέφτηκα.

«Όχι, περίμενε… Πες μου αυτό μόνο. Γιατί αυτοκτόνησε;»

«Αα, δεν ξέρω αγόρι μου. Αυτό δεν το έμαθε ποτέ κανείς. Ούτε κι ο καλύτερος φίλος του! Ένας μπεκρής που ερχόταν από το φοίνικα κάθε μέρα για να πιεί και να κάνει παρέα με το Δεμίρογλου. Εκείνος τον βρήκε τότε στην καλύβα. Δεν είχε ξαναδεί το καφενείο κλειστό πρωινιάτικα κι αποφάσισε να τον γυρέψει εκεί που πέρναγε τις ώρες του όταν δε δούλευε. Είχε στοιχίσει πολύ στον μπεκρή ο θάνατος του Δεμίρογλου. Πολλοί είπαν πως περισσότερο του στοίχησε το ότι η γειτονιά έμεινε δίχως καφενείο. Στη συνέχεια ο μπεκρής εξαφανίστηκε και δεν τον ξαναείδαμε.»

«Τι έγινε με το Δεμίρογλου κυρά Λένη;»

«Τι έγινε; Τον θάψαμε φυσικά! Τι ήθελες να γίνει;»

«Όχι, δε με κατάλαβες. Με τα υπάρχοντα του εννοώ τι έγινε. Το καφενείο, την καλύβα, τα πήραν οι συγγενείς του ε;»

«Μπα, ήταν ολομόναχος ο άμοιρος, δίχως συγγενείς, σαν το φίλο του το μπεκρή. Γι’ αυτό ταίριαξαν οι δυο τους. Για το καφενείο του, που ήταν σε κακά χάλια, ενδιαφέρθηκε κάποιος στην αρχή, αλλά δεν είχε τα χρήματα να το αναστηλώσει και να το αξιοποιήσει. Έτσι, ανέλαβε δράση η πεθερά μου τότε. Ήταν η μόνη σ’ αυτή τη γειτονιά που είχε φυλαγμένα αρκετά χρήματα. Λίρες, που  κληρονόμησε απ’ τον πατέρα της! Πλήρωσε λοιπόν τα έξοδα της κηδείας του Δεμίρογλου… Δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη την εποχή… Μόνο ότι η πεθερά μου υπέγραψε κάτι χαρτιά, έδωσε κι άλλα χρήματα, ήρθαν και μάρτυρες… Τέλος πάντων, το καφενείο πέρασε στα χέρια της!»

«Στα χέρια της γιαγιάς Μαρίκας;»

«Ναι… Φυσικά δεν την ενδιέφερε σαν καφενείο το κτίσμα, γι’ αυτό έφερε μαστόρους απ’ την Πυλαία, το γκρέμισαν κι έχτισαν το σπίτι που μένουμε τώρα. Πολύ δυναμική γυναίκα η κυρά Μαρίκα στα νιάτα της! Αν και χήρεψε νωρίς, πάλεψε μόνη της όλα αυτά τα χρόνια!»

«Ποιο σπίτι, αυτό εδώ;»

«Ναι αυτό.»

«Αυτό το σπίτι που μένετε τώρα, ήταν το καφενείο του Δεμίρογλου;»

«Ε ναι ντε… Πόσες φορές θα το πούμε;»

«Και η καλύβα; Τι έγινε με την καλύβα;»

«Η καλύβα Ορέστη μου, παρέμεινε έτσι ακριβώς όπως την άφησε ο Δεμίρογλου όταν κρεμάστηκε!»

«Αυτή δεν την ήθελε κανείς;»

«Μπα… Ούτε που πάτησε το πόδι του εκεί κανείς από τότε.»

«Μα γιατί;»

«Φοβόντουσαν! Φοβόντουσαν όλοι τότε.»

«Φοβόντουσαν; Τι φοβόντουσαν δηλαδή;»

«Εε να, δεν καταλαβαίνεις; Βρήκαν το γέρο κρεμασμένο εκεί… Κανείς δεν έμαθε το πώς και το γιατί… Ποιος θα πήγαινε να μείνει στην καλύβα;»

Η κυρά Λένη έσκυψε και ψιθύρισε στο αυτί μου.

«Τη θεωρούν στοιχειωμένη από τότε!»

Απίστευτη ιστορία! Ήταν αδύνατον να μ’ αφήσει αδιάφορο. Έτρεξα στο σπίτι και τηλεφώνησα στον Άκη. Ήμουν σίγουρος πως η ιστορία της καλύβας δεν θα τον άφηνε αδιάφορο. Του είπα όλα όσα άκουσα απ’ το στόμα της κυρά Λένης. Εντυπωσιάστηκε κι εκείνος τόσο πολύ, που χωρίς δεύτερη σκέψη αποφασίσαμε να την επισκεφτούμε το επόμενο πρωί!

[5]**** Ο ΠΙΣΤΟΣ ΦΡΟΥΡΟΣ ****

Παρόλο τον αρχικό ενθουσιασμό του, ο Άκης γκρίνιαζε σε όλη τη διαδρομή προς την καλύβα. Λες και είχε ξυπνήσει στραβά εκείνο το πρωί.

«Γιατί δεν περιμέναμε τον Τάσο και το Θανάση; Τους το είπα και ήθελαν να έρθουν.»

«Ναι, ήθελαν να έρθουν… Ο ένας δεν μπορούσε το πρωί, ο άλλος δεν μπορούσε το απόγευμα… Πάμε τώρα εμείς και όταν μπορέσουν οι άλλοι, έρχονται.»

«Τι λες να την κάνουμε αυτή την καλύβα;»

«Τι να την κάνουμε; Είσαι σοβαρός αγόρι μου; Αυτή η καλύβα, έχει μεγάλη ιστορία! Είναι ξεχασμένη απ’ όλους εδώ και εικοσιπέντε χρόνια! Οι παλιοί τη θεωρούν στοιχειωμένη!»

«Έλα ρε Ορέστη… Τα πιστεύεις τώρα αυτά; Θεωρείς κι εσύ αυτή την καλύβα στοιχειωμένη; »

«Εγώ δεν τη θεωρώ τίποτα ακόμα. Γι’ αυτό βιάζομαι να τη συναντήσω. Ας φτάσουμε πρώτα και βλέπουμε από κοντά, τι μυστικά κρύβει.»

«Τι βλέπουμε δηλαδή; Όχι ότι πιστεύω σε τέτοιες μαλακίες, με στοιχειωμένα σπίτια και σαχλαμάρες, αλλά, άντε και είναι στοιχειωμένη… Εμείς, τώρα που πάμε, τι ακριβώς θα κάνουμε;»

«Αα, κάνε λίγο υπομονή ρε συ… Και προπαντός περπάτα πιο γρήγορα, για να φτάσουμε καμιά φορά επιτέλους!»

«Μ’ αρέσει που είπες ότι θα φτάναμε σε πέντε λεπτά.»

«Πέντε, δέκα, τι σημασία έχει; Ορίστε, φτάσαμε! Εκεί στο βάθος είναι.»

«Που ρε συ; Γιατί δε βλέπω τίποτα;»

«Εμ τέτοιος γκαβούλιακας που είσαι, πώς να δεις. Εκεί! Πίσω απ’ τα αγκάθια είναι, μόνο η σκεπή της φαίνεται. Δεν τη βλέπεις;»

Είχαμε φτάσει σε απόσταση 30 μέτρων περίπου και ήταν αδύνατο να πλησιάσουμε πιο κοντά. Μια ζούγκλα από ψηλά ξερά χόρτα και αγκάθια, κυρίως γαϊδουράγκαθα, υπήρχαν ανάμεσα σε μας και στην καλύβα. Ένας λογικός άνθρωπος σίγουρα δε θα επιχειρούσε να πλησιάσει. Τουλάχιστον, όχι έτσι όπως ήμασταν εμείς εκείνο το πρωί. Με γυμνά χέρια και κοντά παντελόνια!

«Πλάκα μου κάνεις τώρα ε; Ρε τον τρελάρα που μ’ έφερε… Πως θα μπούμε σε κείνη τη ζούγκλα ρε βλαμμένε; Θα μας φάνε τα φίδια!»

«Κοίτα… Κομμένη. Αρκετά με τη γκρίνια σου. Άμα θες να έρθεις έλα και μη μας ζαλίζεις. Αλλιώς, στρίβε.»

«Καλάάά… Θα έρθω. Αλλά εσύ θα μπεις πρώτος εκεί μέσα.»

«Χρειαζόμαστε επειγόντως ένα μεγάλο ξύλο.»

«Ναι, όπου να ναι θα γεννήσουμε ένα!»

«Αν έψαχνες αντί να λες εξυπνάδες, θα ήταν πολύ καλύτερα.»

«Να! Εκείνος ο πάσσαλος δε σου κάνει;»

«Ποιος πάσσαλος; Που;»

«Εκείνος, ο σκουριασμένος, απ’ την περίφραξη. Ότι απέμεινε από περίφραξη δηλαδή.»

Μόλις είχαμε συνειδητοποιήσει πως η καλύβα διέθετε και περίφραξη κάποτε. Τα χρόνια που πέρασαν την είχαν καταστρέψει εντελώς! Οι σιδερένιοι πάσσαλοι είχαν πέσει και καλυφθεί από αγριόχορτα, ενώ το αγκαθωτό σύρμα που τους κρατούσε δεμένους είχε κυριολεκτικά λιώσει! Όσο για πόρτα… Τίποτα δεν υπήρχε που να μαρτυράει την ύπαρξη και τη θέση της. Το μόνο που είχε απομείνει όρθιο από εκείνη την περίφραξη, ήταν ένας γερμένος και σκουριασμένος πάσσαλος.

«Έχεις δίκιο! Αυτό είναι το εργαλείο που χρειαζόμαστε για ν’ ανοίξουμε δρόμο μέχρι την καλύβα. Πάμε να τον πάρουμε!»

«Σιγά να μη μπω έτσι μέσα στα αγκάθια…»

«Ω ρε μάνα μου γκρίνια! Εσένα βρήκα να πάρω μαζί μου; Κοίτα ρε να μαθαίνεις τι θα πει ΚΟΜΑΝΤΟ!»

Ο Άκης φοβόταν να προχωρήσει κι εγώ, ενώ του έδειχνα τη δυσφορία μου, βαθιά μέσα μου αισθανόμουν μεγάλη ικανοποίηση, επειδή φαινόμουν περισσότερο θαρραλέος από εκείνον.

«Καλά – καλά πήγαινε, και μετά άνοιξε δρόμο να έρθω κι εγώ.»

«Σιγά μην ανοίξω δρόμο προς τα πίσω… Για την καλύβα ήρθαμε Μεγαλειότατε! Μην το ξεχνάτε αυτό…»

Αυτό που φαινόταν παιχνιδάκι στην αρχή (η εξαγωγή του πάσσαλου απ’ το χώμα) έμοιαζε ακατόρθωτο στη συνέχεια. Μετακινούσα εκείνο το σκουριασμένο σίδερο με μεγάλη ευκολία πέρα δώθε, αλλά ήταν αδύνατον να το βγάλω απ’ το σκληρό χώμα.

«Τι θα γίνει ρε Ορέστη; Δεν μπορείς να βγάλεις ένα ψωροφαγωμένο πάσσαλο; Τον έχεις ζαλίσει εκεί πέρα…»

«Άκη, σκάσε κι έλα να βάλεις ένα χεράκι, γιατί θα νυχτωθούμε και ακόμα θα τον πηγαινοφέρνω.»

Ο Άκης βαρέθηκε να στέκει αμέτοχος και αποφάσισε να βοηθήσει.

«Κάτσε να έρθω ρε άχρηστε, να δεις πως γίνεται… Ααιι! Γαμώτο, κάτι με τσίμπησε! Τα κολοαγκάθια μου μέσα!»

«Έλα να βγάλουμε τον πάσσαλο ρε συ, και δε θ’ αφήσουμε τίποτα όρθιο!»

«Κάνε στην πάντα ρε, ΚΟΜΑΝΤΟ του γλυκού νερού…»

Η σωματική διάπλαση του Άκη, καθώς και η μυϊκή του δύναμη, ήταν η μόνη μας ελπίδα να βγάλουμε τον πάσσαλο απ’ το έδαφος. Όμως ο πανικός του στη θέα του αίματος και η έλλειψη αντοχής στον πόνο, ήταν ένα σημαντικό εμπόδιο.

«Αααα! Το χέρι μου ααα! Γαμώτο τσούζει!»

«Τι έπαθες ρε συ; Που χτύπησες;»

«Αααα! Κόπηκααα! Μου έσκισε το χέριιιι!»

Το σίδερο ήταν αλλοιωμένο λόγο της οξείδωσης σε κάποια σημεία. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα, να  δημιουργηθούν αιχμηρές αμυχές στην επιφάνεια του. Μια τέτοια αμυχή γρατζούνισε την παλάμη του Άκη.

«Κάτσε να δω ρε… Που κόπηκες;»

«Ορίστε δες… Ολόκληρο σκίσιμο! Ωχ! Θα πάθω και μόλυνση έτσι που είναι σκουριασμένος!»

«Πφ, έλα ρε χέστη, πως κάνεις έτσι; Μια γρατζουνιά είναι μόνο… Ίσα που φάνηκε το αίμα… Άντε να τον ξεπατώσουμε τον άτιμο…  Για να μάθει πως ήταν μεγάλο λάθος του να τα βάλει μαζί σου!»

Ο Άκης ήταν τόσο τσατισμένος, που έβγαλε τον πάσσαλο απ’ το χώμα με δυο κινήσεις! Μετά ούρλιαξε από έξαψη και ευχαρίστηση χτυπώντας απανωτά το στήθος με τις γροθιές του, σαν γορίλας! Τελικά, δεν ήταν βαθιά χωμένος στο έδαφος. Το μυστικό της δύναμης του ήταν ένα κομμάτι τσιμέντου που υπήρχε στη βάση του. Τον κοπανήσαμε σε μια κοτρόνα που υπήρχε δίπλα και αφαιρέσαμε το μεγαλύτερο κομμάτι απ’ το τσιμέντο. Οπότε, ελάφρυνε και έμεινε γυμνός στα χέρια μας. Το τέλειο όπλο για τη δουλειά που θέλαμε να κάνουμε! Κάπως έτσι πέθανε ο τελευταίος υπερασπιστής της καλύβας. Για μια στιγμή, νομίζω πως τον είχα λυπηθεί. Μπορώ να πω ότι τον είχα θαυμάσει κιόλας! Έπεσε σαν ήρωας! Για περισσότερα από τριάντα χρόνια έμεινε όρθιος στη θέση του! Πιστός φρουρός της καλύβας! Είχε γερές βάσεις εκείνος ο φρουρός, όμως πάνω απ’ όλα είχε πίστη και αφοσίωση στο έργο του. Μπορεί να σάπισε απ’ τη σκουριά, μπορεί τα χρόνια που πέρασαν να τον είχαν αδυνατήσει, μα ήταν αποφασισμένος να πεθάνει όρθιος! Θα έλιωνε επάνω στη γερή του βάση, αλλά δε θα εγκατέλειπε ποτέ το πόστο του. Όσο η καλύβα βρίσκονταν στη θέση της, θα στέκονταν κι εκείνος εκεί, να την προσέχει. Ποιος ξέρει για πόσο καιρό ακόμη θα έμενε όρθιος ο τελευταίος φρουρός; Αν δεν εμφανιζόμασταν εμείς εκείνη τη μέρα, επίδοξοι και βάρβαροι κατακτητές. Επιστρατεύσαμε όλη μας τη δύναμη και τη βαρβαρότητα και την εξαπολύσαμε πάνω του με όλη μας τη μανία. Κι εκείνος… Παρά την ηλικία και την άθλια κατάσταση του, δεν παραδόθηκε…  Αγωνίστηκε ηρωικά μέχρι το τέλος! Αντιστάθηκε στη δύναμη του Άκη, τον τραυμάτισε! Υπέκυψε όμως τελικά στο μένος και τη σκληρότητα μας. Όταν τον σήκωσα στα χέρια μου, ένιωσα πως ήταν αρκετά βαρύς. Ένα ολότελα σκουριασμένο αντικείμενο, που άφηνε το καφέ-κόκκινο χρώμα της σκουριάς στις παλάμες μου τη στιγμή που τον βαστούσα στα δυο μου χέρια. Λες και κρατούσα ένα λαβωμένο στρατιώτη μετά την τελευταία του μάχη, λίγο πριν ξεψυχήσει! Για μια στιγμή αισθάνθηκα πως δεν ήταν ξεψυχισμένος! Τον κοίταξα καλύτερα και είχα την εντύπωση πως ήθελε να μου μιλήσει.

«Όχι την καλύβα μου! Μην την πειράξετε! Αφήστε την ήσυχη!»

Μα εμείς δε θέλαμε να κάνουμε κανένα κακό στην καλύβα… Τα γαϊδουράγκαθα θέλαμε να ξεπαστρέψουμε μόνο. Κι αμέσως ξεκίνησε μια καινούρια μάχη.

[6]**** ΜΙΑ ΑΝΙΣΗ ΜΑΧΗ ****

Δεν ήταν η πρώτη φορά που πολεμούσαμε σε μια τέτοια μάχη. Είχαμε βρεθεί πολλές φορές δίπλα-δίπλα εγώ κι ο Άκης ως συμπολεμιστές. Σκληρή και άνιση μάχη! Δυο εμείς, η τέσσερις το πολύ, και εκατοντάδες, χιλιάδες πολλές φορές οι αντίπαλοι. Αντίπαλοι πανούργοι, πονηροί, γεμάτη κακία! Τούρκους τους ονομάζαμε, κι ας ήταν γαϊδουράγκαθα. Τούρκους, γιατί πάντα ήταν οι πολλοί, κι εμείς πάντοτε οι λίγοι. Τούρκους, γιατί τις περισσότερες φορές, για να μην πω όλες, τους ξεπαστρεύαμε. Εκτός από ορισμένες ελάχιστες περιπτώσεις που ήταν τόσοι πολλοί οι άτιμοι οι Τούρκοι που μας νικούσαν. Όχι αυτοί, αλλά η κούραση και η εξάντληση, με προδοσία! Τούρκους τους ονομάζαμε, γιατί τους σκοτώναμε με μεγάλη μανία και μόνο με ένα τρόπο. Τον αποκεφαλισμό!

Αν αναρωτιέστε για πιο λόγο έτρεφα τόσο μίσος μέσα μου, για τη γειτονική χώρα… Τι να πω… Δεκατεσσάρων χρονών ήμουν, σχολείο πήγαινα ακόμα…

Τέλος πάντων, ορμήσαμε με μανία πάνω στα γαϊδουράγκαθα εγώ κι ο Άκης, με ένα και μοναδικό όπλο. Τον τελευταίο φρουρό της καλύβας!

«Εσύ Άκη πάρε τους κοντούς, κι εγώ που έχω το σπαθί, τους ψηλούς. Να μη μείνει κανένας όρθιος!»

Ο Άκης συμφώνησε μαζί μου και όρμησε κατά τον εχθρό με μια επιθετική, πολεμική ιαχή.

«Γιούριααα!»

Τα κεφάλια τους έστησαν τρελό χορό στον αέρα και πετάγονταν ψηλά, το ένα μετά το άλλο. Ο Άκης τα κλοτσούσε με τα πόδια, ενώ εγώ άρχισα να κουράζομαι πολύ γρήγορα. Ώσπου βρήκα μια μεγάλη πέτρα, κοπάνησα πάνω της το φρουρό και τον απελευθέρωσα απ’ το υπόλοιπο τσιμέντο. Το σιδερένιο όπλο μου είχε γίνει πλέον πολύ ελαφρύ κι έτσι συνέχισα ανανεωμένος τον αποκεφαλισμό. Όμως η μάχη ήταν άνιση! Κι ενώ είχαμε ξεπαστρέψει πάνω από χίλιους, μας πρόλαβε το μεσημέρι και βρισκόμασταν περικυκλωμένοι από άλλους τόσους μανιασμένους Τούρκους! Όσον αφορά την έκβαση της μάχης, αν κάποιος μπορούσε να την καταγράψει, δε νομίζω να εκθείαζε τη στρατηγική και τον ηρωισμό μας. Αν και δεν πήγαμε ξυπόλυτοι στ’ αγκάθια, ωστόσο ήμασταν και οι δυο με κοντά παντελονάκια κι αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να γδαρθούν και να ματώσουν τα πόδια μας! Αν πάλι ο υποτιθέμενος παρατηρητής κατέγραφε τους ήχους εκείνης της μάχης… Ε, πάλι για κλάματα ήμασταν! Εκτός απ’ το πρώτο γιούρια του Άκη, αυτά που ακολούθησαν στη συνέχεια ήταν πολλά αχ! Άουτς! Αϊ αϊ! Και αμέτρητες χυδαίες, πολύ χυδαίες βρισιές! Αυτοί οι ήχοι δεν έχουν θέση σε καμιά ηρωική μάχη φυσικά! Το βεβαιώνουν και τα βιβλία της ιστορίας αυτό. Όλων των κρατών!

«Ορέστη… Δεν πάει άλλο, τα’ χω φτύσει! Και τα πόδια μου πονάνε! Να τα παρατήσουμε σήμερα, κι ερχόμαστε αύριο για τα υπόλοιπα. Να φέρουμε και καλύτερα όπλα!»

«Όχι αυτή τη φορά Άκη… Ότι αρχίσαμε σήμερα, θα το τελειώσουμε! Μέχρι να πέσει κι ο τελευταίος!»

«Ε είσαι τελείως ηλίθιος! Σου λέω πως με πονάνε και τα δυο τα πόδια μου, άσε που μ’ έχει κάψει κι ο ήλιος! Δώσε τουλάχιστον τον πάσσαλο, τα πόδια μου δεν πάνε άλλο!»

«Καλά λες! Κι εμένα μου έχουν βγει οι ώμοι!»

Έτσι, αλλάξαμε όπλα και για μια στιγμή όλα έδειχναν πως θα τα καταφέρναμε. Πολύ γρήγορα όμως καταλάβαμε πως κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον! Αλλά δεν είχα σκοπό να τα παρατήσω εκείνη την ημέρα! Έπρεπε να φύγω νικητής απ’ τη μάχη με κάθε τρόπο! Ίσως να ένιωθα κάποιο χρέος, απέναντι στο φρουρό. Τότε ήταν που μου ήρθε εκείνη η τρελή ιδέα. Έβαλα το χέρι μου στην τσέπη και βγάζοντας το, ξεφώνησα.

«Να τους κάψουμεεε!»

Κι έδειξα στον Άκη τον αναπτήρα μου! Ο Άκης με κοίταξε ενθουσιασμένος και συμφώνησε αμέσως.

«Να τους κάψουμε τους ρουφιάνους! Να τους κάψουμε!»

Άλλο που δεν ήθελε κι εκείνος φυσικά. (προκειμένου να ξεμπερδεύουμε γρήγορα)

«Θα βάλουμε τη φωτιά και θα περιμένουμε. Εσύ σε κείνο το μικρό ύψωμα κι εγώ στην απέναντι άκρη. Εκεί, στα ψηλά αγκάθια. Πριν η φωτιά αρχίσει να καίει τα ψηλά αγκάθια, θα τη σβήσουμε. Θα εκτιμήσουμε την κατάσταση κι αν όλα πάνε καλά, καίμε και τους ψηλούς και ελευθερώνουμε την καλύβα!

«Όλα καλά ρε Ορέστη, αλλά τη φωτιά, πως θα τη σβήσουμε;»

Ξαφνικά, ένιωσα μια έντονη φαγούρα στο κεφάλι. Αυτό ήταν πράγματι ένα σοβαρό πρόβλημα.

[7]**** ΑΝΕΞΕΛΕΓΚΤΗ ΔΥΝΑΜΗ ****

Εκτός από γαϊδουράγκαθα, στην περιοχή ευδοκιμούσαν πολλών ειδών χόρτα, που το μήνα Ιούνιο είχαν ξεραθεί. Στο συγκεκριμένο κομμάτι γης κυριαρχούσε ένα υπέροχο χορταρικό, που το  έλεγαν Βίκο! Πρόκειται για ένα εξαιρετικό φυτό, η ομορφιά του οποίου κορυφώνεται τη άνοιξη που ο βίκος γίνεται καταπράσινος και ανθίζει με μωβ άνθη. Όμοια λατρεύουν το βίκο ακόμη και οι κατσίκες, που μόλις τις οδηγήσεις σ’ αυτόν για να βοσκήσουν, κάνουν σαν τρελές απ’ τη χαρά τους, γιατί τον προτιμούν απ’ όλα τα χόρτα. Μα κι εγώ, δεν περνούσα άσχημα κάθε φορά που ξάπλωνα επάνω του, γιατί ο βίκος με την πολύπλοκη σύνθεση του αποτελεί ένα υπέροχο φυσικό στρώμα, κάτω απ’ τον καταγάλανο ανοιξιάτικο ουρανό που τον έχουν κυριεύσει δεκάδες γλάροι στήνοντας πάνω του χορούς και τρελά πανηγύρια. Φωνάζουν αδιάκοπα σε μας τους από κάτω, πως είναι δικός τους ο ουρανός! Εμείς οι άνθρωποι δε χωράμε σ’ αυτόν! Εμείς μείναμε κάτω στη γη μας και απολαμβάνουμε το βίκο. Τις λάτρευα εκείνες τις υπέροχες στιγμές, τις γεμάτες διαλογισμό! Μου λείπουν πολύ εκείνες οι ανέμελες ξάπλες πάνω στο βίκο! Θυμάμαι πως ονειροπολούσα και φανταζόμουν τον ερχομό της μέρας που θα κατακτούσα τον ουρανό των γλάρων! Μόνο που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν άνοιξη. Ο ήλιος του καλοκαιριού, είχε ξεράνει το βίκο και φυσικά δεν τολμούσες να ξαπλώσεις πάνω του, γιατί μέσα στο βίκο το καλοκαίρι έστηναν τρελά πανηγύρια τα φίδια! Περιμένοντας για να σου δαγκώσουν το πόδι! Να σου φωνάξουν πως είναι δικός τους ο βίκος, και πως όταν τον είχαμε εμείς οι άνθρωποι, αμολούσαμε τις κατσίκες μας και τον καταστρέφαμε. Έτσι, τα καλοκαίρια αρκούμασταν μόνο στο να κλέβουμε λίγο ξερό βίκο απ’ τα φίδια, προκειμένου να τον απλώσουμε στη φωλιά του κοτετσιού, για να νιώθουν βολικά οι κότες και να μας κάνουν περισσότερα αυγά! Μέχρι να μας εναντιωθούν κι εκείνες και να πάψουν να μας δίνουν τα αυγά τους.

«Τι θα γίνει ρε Κώστα; Θα μου πεις πως διάολο θα σβήνουμε τη φωτιά;»

«Εε… Πως θα τη σβήνουμε; Να, λίγο με τα πόδια μας, λίγο θα κατουράμε… Όπως μπορούμε τέλος πάντων.»

«Σίγουρα σου έχει στρίψει κάποια βίδα ε; Άκου λέει θα κατουράμε… Και τι ήμαστε ρε μαλάκα; Πυροσβεστικά οχήματα; Άσε που εγώ δεν κατουριέμαι καθόλου.»

«Γιατί, μήπως κατουριέμαι εγώ; Αλλά, έχω μια ιδέα!»

«Για ν’ ακούσω… Να δούμε τι κοτσάνα θα πεις πάλι.»

«Άκου. Θα βάζουμε φωτιά σε ένα συγκεκριμένο σημείο και θα ήμαστε συνεχώς από πάνω της σε ετοιμότητα. Μόλις καίει λίγα χόρτα, θα την τσαλαπατάμε με τα πόδια μέχρι να σβήσει. Θα κάνουμε το ίδιο πράγμα ξανά και ξανά μέχρι να τα κάψουμε όλα.»

«Κι εγώ σου λέω πως θα βραδιάσει και δε θα έχουμε κάψει ούτε τα μισά.»

«Έτσι θα κάνουμε κι ας κάψουμε γι’ απόψε μόνο τα μισά. Ερχόμαστε και αύριο για τα υπόλοιπα, δε χάλασε ο κόσμος… Εκτός κι αν έχεις καμιά καλύτερη ιδέα…

«Όχι, δεν έχω καμιά καλύτερη ιδέα. Και τέλος πάντων ας αρχίσουμε το σχέδιο σου μήπως και τελειώσουμε καμιά φορά…»

Έριξα μια ματιά τριγύρω και διαπίστωσα πως ήμασταν τελείως μόνοι.

«Θα ξεκινήσουμε απ’ αυτό το σημείο, που έχει λίγα χόρτα. Να δούμε αν λειτουργεί κιόλας…»

Έσκυψα, και ένα τσικ, ακούστηκε μέσα από τα χέρια μου. Εκείνο το τσικ ήταν αρκετό για να δώσει ζωή σ’ αυτό το διάολο, τη φωτιά! Που μόλις μύρισε το ξερό χόρτο, χάρηκε τόσο πολύ, που κοκκίνισε και πετάχτηκε μέσα απ’ την παλάμη μου. Φούντωσε αμέσως και μου χαμογέλασε! Άρχισε δειλά-δειλά να εξαπλώνεται και να καταβροχθίζει με λαιμαργία την τροφή που της δώσαμε. Δε σταμάτησε ούτε στιγμή να μου χαμογελάει. Ήμουν γι’ αυτήν ο θεός! Τη δημιούργησα απ’ το τίποτα και της έδωσα την αγαπημένη της τροφή, για να μπορέσει να αναπτυχθεί.

«Έλα Ορέστη… Κάηκαν αρκετά για αρχή, ας τη σβήσουμε.»

«Να την αφήσουμε λίγο ακόμη… Καλά πάει… Έτσι κι αλλιώς την ελέγχουμε.»

«Ναι, αλλά το σχέδιο άλλα έλεγε νομίζω… Γιατί να το αλλάξουμε τώρα;»

«Εντάξει, έλα να την τσαλαπατήσουμε.»

Χοροπηδήσαμε πάνω στη φωτιά με μανία! Έτσι, εξαφανίσαμε πολύ εύκολα ότι είχα δημιουργήσει λίγο πριν απ’ το τίποτα. Ένα μαύρο κομματάκι γης, λίγος καπνός και η μυρωδιά καμένου χόρτου, μαρτυρούσαν πως λίγο πριν, είχε ξεπηδήσει μια φωτίτσα σε κείνο το μέρος κι αμέσως εξαφανίστηκε. Το ευχάριστο ήταν πως το σχέδιο μου λειτούργησε άψογα! Μάλιστα, το κομμάτι γης που καθαρίσαμε ήταν αρκετά μεγάλο! Είχαμε όμως πολύ δρόμο να διανύσουμε μέχρι την καλύβα, που γύρω της έστεκαν οι ψηλότεροι Τούρκοι! Λες και ήταν επίτηδες εκεί βαλμένοι… Σαν σκληροτράχηλοι γενίτσαροι, που την προστάτευαν απ’ τα αδιάκριτα βλέμματα  και φυλούσαν καλά κριμένα τα μυστικά της.

«Τ ι κάθεσαι; Βάλε πάλι φωτιά, δεν έχουμε χρόνο.»

Ακόμη ένα τσικ ακούστηκε μέσα απ’ την παλάμη μου και μια καινούρια φωτιά γεννήθηκε! Μια φωτιά που δε θύμιζε σε τίποτα την προηγούμενη. Εκείνη η φωτιά θυμάμαι, ξεχύθηκε με θυμό πάνω στον ξεραμένο βίκο, για να τον κατασπαράξει! Φρούμαξε κι έβγαλε ένα σύννεφο καπνού. Σηκώθηκε ψηλά! Μου εναντιώθηκε! Μάλιστα, εκείνη η δεύτερη φωτιά, δε μου χαμογελούσε καθόλου! Το φοβόμουν αυτό ρε Γαμώτο! Γι’ αυτό τη λέω διάολο τη φωτιά… Αυτό λέγεται ανταρσία! Με πρόδωσε! Αποστάτησε! Κι ας τη δημιούργησα απ’ το μηδέν… Έδειχνε ικανοποιημένη που τη δημιούργησα, ευχαριστήθηκε με την τροφή που της έδωσα, όμως δεν ήθελε να την ελέγχω! Προτίμησε να είναι αυτόνομη, να μη δίνει λογαριασμό σε κανένα! Μωρέ καλά το λέω εγώ… Η φωτιά είναι διάολος και κατοικεί στην κόλαση!

«Ορέστη, κάνε κάτι, μας ξεφεύγει!»

«Το βλέπω ρε συ… Τρέχα γρήγορα, να τη σβήσουμε πριν φτάσει στα ψηλά χόρτα!»

«Με τι ρε μαλάκα; Με τα πόδια; Τα πετσόκοψα με τ’ αγκάθια, να τα κάψω και στη φωτιά τώρα;»

«Δεν ξέρω… Δεν ξέρω! Σβήνε με ότι βρεις! Πέσε κι ο ίδιος μέσα! Αρκεί να τη σβήσουμε πριν κάψουμε όλη τη γειτονιά!»

Άρπαξα πάλι το φρουρό και κοπανούσα με μανία τις φλόγες αυτή τη φορά. Ενώ ο Άκης χοροπηδούσε σαν τρελός. Θυμάμαι πως ξεχώριζα εύκολα τη μυρωδιά απ’ τις καμένες τρίχες των ποδιών του. Η φωτιά είχε εξαπλωθεί τόσο πολύ, που άρχισα να πιστεύω πως ήταν πλέον αδύνατο να τη σβήσουμε εγώ και ο Άκης. Ξαφνικά ακούστηκε μια τσιρίδα από κάποιο κοντινό σπίτι.

«Φωτιάαα! Φωτιάαα! Βοήθειααα! Φωνάξτε την πυροσβεστική!»

Η κυρά Κούλα είχε βγει στο παράθυρο και ούρλιαζε σαν υστερική! Ήταν φυσικό να συμβεί αυτό βέβαια και το σίγουρο ήταν πως είχαμε μπλέξει πολύ άσχημα!

«Ορέστη, να φύγουμε! Να φύγουμε γρήγορα! Μας πήρανε χαμπάρι!»

Δεν ξέρω αν η κυρά Κούλα είχε καταφέρει να με γνωρίσει ανάμεσα στους καπνούς και τις φλόγες, η αν ισχύει αυτό που λένε πως καλύτερα να σου βγει το μάτι παρά το όνομα… Πάντως με γνώρισε!

«Ορέστη! Αχ βρε Ορέστη, τι έκανες πάλι; Θα μας κάψεις σαν τα ποντίκια! Αχ θα σε κρεμάσει ο πατέρας σου!»

«Τελείωσε Ορέστη! Εγώ την κοπανάω! Δεν γίνεται τίποτα πια… Αυτοί φωνάξανε την πυροσβεστική!»

«Μείνε δω ρε κόπανε και σβήνε μέχρι να καούμε κι εμείς! Μείνε σου λέω ρεεε! Μείνε!»

Άδικα φώναζα όμως. Εκείνος είχε ήδη γίνει καπνός! Ανάμεσα στον καπνό. Είχα μείνει μόνος μου! Τι μπορούσα να κάνω μόνος ;  Η φωτιά είχε εξαπλωθεί και δεν είχα καμία ιδέα για την έκταση της. Δεν έβλεπα τίποτα, ανέπνεα με δυσκολία κι έτσουζαν τα μάτια μου απ’ τον καπνό! Θα μείνω! Θα μείνω εδώ κι ας καώ! Καλύτερα να καώ, παρά στα χέρια του πατέρα μου, σκέφτηκα. Εκείνη τη στιγμή, μια φλόγα φούντωσε κι αποφάσισε να με φλερτάρει πολύ στενά. Αποτέλεσμα του καυτού εκείνου φλερτ, ήταν να τσουρουφλιστούν αρκετές τρίχες από τα φρύδια, τη φράντζα και τα ματόκλαδα μου! Τι κάνω εδώ ρε Γαμώτο; Καλύτερα στα χέρια του πατέρα μου, παρά να καώ ζωντανός! Σκέφτηκα κι έβγαλα φτερά στα πόδια, για να ξεφύγω από καπνούς κι από φωτιές! Έτρεχα… Έτρεχα… Και ούτε κι εγώ ξέρω που πήγαινα. Είχα τραβήξει κατά τους λόφους και τα υψώματα. Δεν τολμούσα ούτε ματιά να ρίξω πίσω μου. Κοντοστάθηκα μόνο όταν ένιωσα πως κάτι είχα ξεχάσει. Κάτι άφησα εκεί πίσω, μα δεν μπορούσα να θυμηθώ τι… Το θυμήθηκα μόνο όταν κοίταξα τα κόκκινα και καπνισμένα χέρια μου. Κάτι τους έλειπε! Κάτι που ξεφορτώθηκα στην προσπάθεια μου να τρέξω γρηγορότερα. Ο φρουρός! Τι πίκρα ήταν αυτή που ένιωσα; Τον εγκατέλειψα! Όπως ακριβώς με εγκατέλειψε ο Άκης! Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε σειρήνα πυροσβεστικού οχήματος κι αμέσως ξέχασα το φρουρό. Συνέχισα να τρέχω και έφτασα στην κορυφή ενός υψώματος. Απ’ την εξάντληση και τον πανικό μου, παραπάτησα κι έπεσα με τα μούτρα στο σκληρό χώμα! Δεν είχα το κουράγιο να σηκωθώ και έτσι σύρθηκα για λίγα μέτρα στο έδαφος, μέχρι που έφτασα σε ένα σημείο που μπορούσα να βλέπω τον πανικό που επικρατούσε στη γειτονιά. Ένα πυροσβεστικό όχημα έριχνε νερό από απόσταση, επειδή δεν υπήρχε δρόμος προς την καλύβα για να πλησιάσει. Μια κόκκινη ακτίνα φωτός περιστρεφόταν μέσα στους καπνούς! Μόνο ένα όχημα για τέτοια φωτιά; Ας έστελναν τουλάχιστον και κανένα πυροσβεστικό αεροπλάνο… Ένα πυκνό σύννεφο καπνού σκέπασε τα περισσότερα σπίτια της γειτονιάς. Γύρισα ανάσκελα και κοίταζα τον γαλανό ουρανό. Το μυαλό μου άρχισε να θολώνει καθώς σχημάτισε κάποιες εικονογραφημένες σκέψεις που είχαν να κάνουν με την πιθανή εξέλιξη του συμβάντος. Άρχισα να σκέφτομαι το καμένο σπίτι μου, τη μάνα μου να κλαίει και να χτυπιέται, καμένο και το σπίτι της κυρά Κούλας, όπως και του κυρ Χρήστου, της κυρά Λένης, του κυρ Νίκου και της Βαρβάρας! Όλη η γειτονιά, στάχτη κι αποκαΐδια! Και οι γείτονες, μέσα στη μέση του δρόμου, να κλαίνε και να φωνάζουν για τα σπίτια τους. Στη συνέχεια, στο βάθος του δρόμου, εμφανίζεται ένα κόκκινο αυτοκίνητο. Το πλήθος, που αναγνώρισε το αυτοκίνητο, στέκεται στη μέση του δρόμου προκειμένου να το σταματήσει. Το αυτοκίνητο σταματάει. Είναι Ζάσταβα! Αναγνώρισαν και τον οδηγό! Είναι ο πατέρας μου! Οι γείτονες αρχίζουν πάλι να φωνάζουν. Πιο έντονα αυτή τη φορά. Ορμάνε στο αυτοκίνητο, χτυπούν με δύναμη το καπό, την οροφή, τα τζάμια! Και φωνάζουν.

(Που είναι ο γιος σου; Φέρε μας το γιο σου τον αλήτη, να τον λιντσάρουμε! Θα μου πληρώσεις το σπίτι! Και το δικό μου! Και το δικό μου!)

Αυτό ήταν! Δεν μπορούσα να σκεφτώ τίποτα περισσότερο! Σκέπασα το πρόσωπο με τα βρόμικα χέρια μου. Ήμουν  αποφασισμένος να φύγω για οπουδήποτε και να μη γυρνούσα ποτέ ξανά πίσω. Καθώς ξεσκέπαζα το πρόσωπο μου, αντίκρισα ένα μικρό λευκό σύννεφο καπνού. Τι γύρευε αυτός ο καπνός εδώ; Μήπως εμένα; Γιατί δεν είναι στη φωτιά του; Εκεί όπου ανήκει; Ακούστηκε δυο φορές η σειρήνα του πυροσβεστικού οχήματος. Γύρισα για να δω. Το όχημα φάνηκε να ξεμακραίνει. Σίγουρα τους τελείωσε το νερό, σκέφτηκα. Όμως… συνέβη κάτι πολύ παράξενο. Δεν υπήρχε ίχνος καπνού, κανένα σπίτι δεν ήταν καμένο και εξαγριωμένοι γείτονες στο δρόμο δεν υπήρχαν! Αυτό ήταν λοιπόν… Τέλειωσε! Και τώρα; Με τι μούτρα θα γύριζα πίσω; Τι δικαιολογίες να τους ξεφούρνιζα; Την επόμενη μια ώρα, παρέμεινα ξαπλωμένος στο σκληρό και κομματιασμένο απ’ την ξηρασία χώμα, προκειμένου να συνθέσω την απολογία μου και να μαζέψω όσο περισσότερο κουράγιο μπορούσα, πριν κατέβω στο σπίτι.

**** ΜΙΑ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ****

Το μυαλό μου επεξεργάστηκε σενάρια για κάθε πιθανή έκβαση των γεγονότων που θα ακολουθούσαν με την επιστροφή μου στο σπίτι. Σε όλα μου τα σενάρια, τρεις ήταν οι βασικοί πρωταγωνιστές. Ο πατέρας μου, η χείρα με τα πέντε ορφανά κι εγώ φυσικά. Ο πατέρας μου… Αχ αυτός ο πατέρας μου! Και η χείρα του… Έτσι είχε βαφτίσει την παλάμη του φυσικά… Τα πέντε ορφανά ήταν τα δάχτυλα της. Η συνηθισμένη του φράση ήταν: (Θα πέσει η χείρα με τα πέντε ορφανά!) Ήταν βαριά εκείνη η χείρα! Πολύ βαριά! Θυμάμαι κάθε φορά που έπεφτε, το χαρακτηριστικό βούισμα στα αυτιά μου. Όσο για τον πόνο; Ο πόνος ήταν το τελευταίο πράγμα που με ανησυχούσε. Άλλωστε, με τον πόνο είχα εξοικειωθεί. Αυτό που δεν άντεχα, ήταν ο φόβος! Ο ανεξέλεγκτος φόβος που προσπαθούσα να μη με κυριεύσει και που σχεδόν πάντα με κυρίευε! Θυμάμαι εκείνο το βουητό μετά από κάθε φορά… Εκείνο το βουητό που μου φυλάκιζε κάθε υγιή και όμορφη σκέψη, μου θόλωνε την κρίση και με γέμιζε απογοήτευση. Τελικά, καταλήγω στο συμπέρασμα πως το βουητό που δρούσε μέσα στο κεφάλι μου, ήταν εκείνο που με ενοχλούσε περισσότερο κάθε φορά που ο πατέρας μου ασκούσε επάνω μου σωματική βία! Ευτυχώς, όλα μου τα σενάρια παρέμειναν κλειδωμένα σε κάποιο απ’ τα αμέτρητα συρτάρια της φαντασίας μου. Αφού κανένας από τους γείτονες δε διανοήθηκε να φανερώσει στον πατέρα μου, πως ο γιός του κατάφερε να  αναστατώσει την πυροσβεστική και να σηκώσει όλη τη γειτονιά στο πόδι! Το γεγονός αποσιωπήθηκε, γιατί δε βρέθηκε ούτε ένας που να πιστεύει πως το τουλούμιασμα στο ξύλο θα είχε το κατάλληλο σωφρονιστικό αποτέλεσμα. Ωστόσο, ο πατέρας μου καμάρωνε κάθε φορά που κάποιος από τους γνωστούς, φίλους και γείτονες   -από κείνους που δε με κάρφωσαν- του απέδιδε το χαρακτηρισμό του άξιου οικογενειάρχη, που μεγαλώνει σωστά παιδιά! Του Άντρα που δε σηκώνει μύγα στο σπαθί του, που έχει σούζα τη γυναίκα του, μιας κι εκείνη δεν τολμάει να του φέρει αντίρρηση ποτέ και σε τίποτα και η μόνη διαδρομή που γνωρίζει είναι η διαδρομή, σπίτι – δουλειά και δουλειά – σπίτι. Που δε χρειάζεται να δώσει λόγο για τίποτα και λογαριασμό σε κανέναν μέσα στο σπίτι, αφού το ψυγείο είναι πάντα γεμάτο και κανένα μέλος της οικογένειας δεν είναι ξυπόλυτο και δε φοράει μπαλωμένα ρούχα! Πολλές φορές είχα αναρωτηθεί… Άραγε, τι να’ ναι αυτό που συμβαίνει μέσα στο μυαλό του πατέρα μου, που τον κάνει να θέλει να ελέγχει και να εξουσιάζει όλα τα μέλη της οικογένειας; (Αν η ώρα δεν πάει έξι, δε θα σηκωθείς απ’ τα βιβλία σου!) Θυμάμαι, έλεγε σ’ εμένα και στην αδερφή μου. Για εκείνον, το να κλειστείς στο δωμάτιο σου τρεις ώρες, σκυμμένος πάνω από βιβλία και τετράδια, ήταν η συνταγή που θα σου εξασφάλιζε τη μόρφωση. (Εγώ κατάφερα με δυσκολία να τελειώσω το δημοτικό! Και λέω με δυσκολία, όχι γιατί δεν τα έπαιρνα τα γράμματα, αλλά γιατί οδηγήθηκα με το ζόρι απ’ την οικογένεια μου στη σκληρή δουλειά του χωραφιού! Όταν κάποιες φορές ο μεγάλος μου αδερφός ανακάλυπτε κανένα βιβλίο από κείνα που κρυφά έπαιρνα μαζί μου στο χωράφι, μήπως και έβρισκα λίγο χρόνο για διάβασμα, εκτός του ότι το έκανε χίλια κομμάτια, με κοπάναγε και με το στειλιάρι της τσάπας από πάνω, για να χωνέψει το κούφιο μου κεφάλι, όπως έλεγε, πως μόνο με σκληρή δουλειά θα έβλεπε προκοπή η οικογένεια μας!) Αυτά έλεγε ο πατέρας μου, για να αποδείξει στον εαυτό του και σ’ εμάς, το πόσο δίκαιος ήταν μαζί μας. Και θα έπρεπε να ήμαστε, τουλάχιστον ευγνώμονες, για την υποχρεωτική τρίωρη μελέτη που μας επέβαλε. Αναφέροντας ο πατέρας μου για τα παιδικά του χρόνια, καταλάβαινα πως, τα μεγαλύτερα αδέρφια του, καθώς και η μητέρα του, δε χαλάρωναν ποτέ! Στην πραγματικότητα, ο μεγαλύτερος αδερφός είχε αναλάβει από πολύ νωρίς την ευθύνη του προστάτη μιας πολύτεκνης και ταλαιπωρημένης προσφυγικής οικογένειας. Αφού η φυγή του πατέρα τους στην Πολωνία, στα δύσκολα χρόνια του εμφύλιου, δεν του άφησαν άλλη επιλογή. Ο μόνος τρόπος που γνώριζε ο νεαρός τότε θείος μου, για να ασκεί έλεγχο και να επιβάλει την εξουσία του στα υπόλοιπα αδέρφια, -πάντα για το καλό της οικογένειας- ήταν η βία. Αυτός ήταν ο λόγος που ο πατέρας μου μεγαλώνοντας, δυστυχώς πίστεψε πως έπρεπε κι αυτός με τη σειρά του να αναλάβει τον έλεγχο και να εξουσιάζει τους άλλους με την ίδια ένταση! Κυρίως, γιατί ήταν ο μόνος τρόπος που γνώριζε για να κερδίζει τον αυτοσεβασμό του. Αυτό το χαρακτηριστικό, είχε τυπωθεί βαθιά μέσα του και τον έκανε τόσο αυταρχικό, όσο ήταν στο παρελθόν ο αδερφός του. Ειδικά όταν βρίσκεται απέναντι στα ευάλωτα παιδιά του και στη φοβισμένη γυναίκα του. Που ορφανή από πατέρα στα επτά της, θεωρούσε πως το να ζει εκείνη και τα παιδιά της σε μια άρτια οικογένεια, είναι μια κατάσταση ιερή, που έπρεπε να διαφυλαχτεί με κάθε τίμημα! Κάπως έτσι φαντάζομαι πως μεταβαίνει από γενιά σε γενιά η ψυχολογική βία. Ήταν ένας φυσιολογικός μεγάλος αδερφός ο θείος μου τότε. Η δύσκολη αποστολή που είχε αναλάβει, περατώθηκε με τον καλύτερο τρόπο, για την αντίληψη της εποχής εκείνης. Ένας φυσιολογικός οικογενειάρχης ήταν κι ο πατέρας μου λίγα χρόνια αργότερα. Μεγάλωσε σωστά παιδιά, χωρίς να τους λείπει τίποτα, και προπάντων χωρίς να χρειάζεται να σπάσει το στειλιάρι της τσάπας στο κεφάλι του γιου του, προκειμένου να τον αποτρέψει απ’ το να μορφωθεί και να τον οδηγήσει σε σκληρή δουλειά απ’ τα δώδεκα! Αντιθέτως μάλιστα, έκανε ότι καλύτερο μπορούσε, για να μορφώσει τα παιδιά του. Κάνοντας αυτές τις σκέψεις, αναρωτιέμαι… Πως θα μας κρίνουν άραγε τα δικά μας παιδιά αύριο; Τα εγγόνια μας; Πως θα μας κρίνουν τα εγγόνια μας; Πιστεύω πως με τον ένα η με τον άλλο τρόπο, προσπαθούμε να ελέγχουμε ο ένας τη ζωή του άλλου! Κάτι που επιτυγχάνεται μόνο με τη βία! Σωματική, ψυχολογική, λεκτική, η όπως αλλιώς και αν εκδηλώνεται. Ίσως τελικά πρέπει να επανεκτιμήσουμε τα κίνητρα μας και να βρούμε έναν άλλο τρόπο αλληλεπίδρασης μεταξύ μας. Έναν τρόπο, όπου η ενέργεια και ο αυτοσεβασμός που όλοι διεκδικούμε, δεν θα είναι απαραίτητο να κερδίζονται αφαιρώντας τα από άλλους ανθρώπους!

**** ΜΑΞ Ο ΠΕΡΙΘΩΡΙΑΚΌΣ ****

Έμεινα ξαπλωμένος στο χώμα, μέχρι που πιάστηκε και το τελευταίο μου κόκκαλο! Δεν είχα ιδέα για το τι ώρα ήταν, όμως απ’ τη θέση που είχε πάρει ο ήλιος στον ουρανό, καταλάβαινα ότι πλησίαζε η στιγμή που θα έβλεπα το κόκκινο Ζασταβάκι να διασχίζει το δρόμο. Δεν πρόλαβα να ολοκληρώσω τη σκέψη μου και ο χαρακτηριστικός του ήχος, που θα τον αναγνώριζα από πολύ μακριά, εισχώρησε βίαια μέσα στ’ αυτιά μου. Πετάχτηκα όρθιος… Ένιωσα περίπου το ίδιο συναίσθημα μ’ αυτό που αισθάνθηκα λίγο πριν, τη στιγμή που σκεφτόμουν την επιστροφή του πατέρα μου απ’ τη δουλειά. Η διαφορά ήταν, πως όταν το σκεφτόμουν προηγουμένως, η καρδιά μου δε χτυπούσε τόσο δυνατά και τόσο γρήγορα όσο τη στιγμή που το βίωνα. Αχ η καρδούλα μου! Ήταν σαν να έσπρωχνε τα τοιχώματα του στήθους μου, για να ακούσω αυτό που ήθελε να μου πει. (Άνοιξέ μου! Μ’ ακούς; Αφού δεν την κοπανάς εσύ, άνοιξε να φύγω εγώ!) Θυμάμαι πως, εκείνο το κόκκινο Ζάσταβα είχε ένα άγριο και τραχύ ήχο που προσέλκυε τα βλέμματα όλων και προκαλούσε εντύπωση! Ο ήχος μόνο! Γιατί στην όψη, ήταν ένα φτηνιάρικο, μικρό και ταλαιπωρημένο αυτοκινητάκι! Εκείνο το αυτοκίνητο λοιπόν, μου θύμιζε πολύ ένα αδέσποτο σκύλο που τριγυρνούσε στην περιοχή. Τον Μαξ, τον κοκκαλιάρη! Ήταν αδύνατον αν ζούσες σε κείνη τη γειτονιά, η αν περνούσες τακτικά απ’ το δρόμο που τη διασχίζει, να μην είχες προσέξει το ξαπλωμένο κοκκαλιάρικο σκυλί που λιάζονταν όλη τη μέρα έξω απ’ τις αυλές των σπιτιών. Τις περισσότερες φορές κοιμόταν, ενώ πολύ σπάνια ήταν όρθιος και προσπαθούσε να ισορροπήσει πάνω στα αδύνατα και μουδιασμένα απ’ την ακινησία πόδια του. Αν κάποιος τύχαινε να περνάει από δίπλα του εκείνη τη στιγμή, ο Μαξ κουνούσε την ουρά του νευρικά και καχύποπτα, προσπαθώντας παράλληλα να είναι έτοιμος για γρήγορο τρέξιμο. Πράγμα πολύ δύσκολο μετά από τις πολλές ώρες που ήταν ξαπλωμένος. Αλλά ο Μαξ έπρεπε να είναι έτοιμος για όλα! Μιας και δε γνώριζε από πριν τη διάθεση του κάθε ανθρώπου. Πολλές φορές, βλέποντας κανείς το Μαξ, κινούνταν εναντίον του απειλητικά φωνάζοντας (Ουστ!) κι αν προλάβαινε, του έριχνε και καμιά κλωτσιά στον πισινό. Άλλοτε πάλι, οι περαστικοί ήταν βυθισμένοι στις σκέψεις τους και δε έδιναν καμία σημασία στο Μαξ. Όπως όμως για κάθε άνθρωπο, έτσι και για τον Μαξ, έρχονταν κάποιες μέρες, που απ’ τη στιγμή που ξημέρωναν η τύχη και η εύνοια συνόδευαν το αδέσποτο σκυλί. Όταν ξημέρωνε μια τέτοια μέρα λοιπόν, ο Μαξ έβλεπε κάποιους ανθρώπους να τον πλησιάζουν, να του χαμογελούν μιλώντας του με γλυκιά φωνή και πολλές φορές, προς μεγάλη του έκπληξη, μοιράζονταν μαζί του ακόμη και το κολατσιό τους! Πόσο τρελοί και παρανοϊκοί φαινόμασταν άραγε στα μάτια εκείνου του σκύλου εμείς οι άνθρωποι; Τώρα γιατί μου θύμιζε εκείνο το σκυλί, το αυτοκίνητο του πατέρα μου; Βλέπετε ο Μαξ, παρόλη την τρισάθλια εικόνα του, είχε ένα χαρακτηριστικό που τον έκανε να ξεχωρίζει απ’ τα υπόλοιπα σκυλιά της περιοχής. Μια δυνατή φωνή, με άγρια και τραχιά χροιά, του χάριζε ένα γάβγισμα τόσο τρομακτικό, που έτσι και δεν τον έβλεπες, είχες την εντύπωση ότι βρισκόσουν κοντά σε ένα άγριο θηρίο τεραστίων διαστάσεων! Προφανώς ο Μαξ γνώριζε αυτό του το προτέρημα, αφού έτρεμε από φόβο -ακόμη και μπροστά στη σκιά του- όλη την ημέρα, ενώ κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταμορφωνόταν σε έναν αλήτη του δρόμου, όπου χρησιμοποιώντας στο έπακρο τις φωνητικές του χορδές και έχοντας για κάλυψη το σκοτάδι της νύχτας, διατυμπάνιζε την κυριαρχία του στην περιοχή, κρατώντας σε απόσταση τις περισσότερες φορές, τους ανυποψίαστους σκύλους άλλων γειτονικών συνοικιών. Κάπως έτσι ο Μαξ ανακτούσε την αυτοεκτίμηση που έχανε κατά τη διάρκεια της ημέρας! Έτσι λοιπόν κι εκείνο το κόκκινο Ζάσταβα, ενώ ήταν σαράβαλο στην όψη, μετά από την αλλαγή της μηχανής του με μια Fiat Ritmo 1500 κυβικών εκατοστών, αλλά και με την προσθήκη μιας σπορ εξάτμισης απ’ τον πατέρα μου, είχε αποκτήσει εκείνο το άγριο μούγκρισμα, που αν δεν έβλεπες ότι πρόκειται για Ζάσταβα, θα πίστευες πως ήταν ένα από εκείνα τα τροποποιημένα τέρατα, που έπαιρναν μέρος σε παράνομους αγώνες ταχύτητας τις νύχτες, στους έρημους δρόμους της πόλης!

Ο ΡΑΚΟΣΥΛΛΕΚΤΗΣ

Στους λόφους με τα σκουπίδια μεγάλωσα! Εκεί ωρίμασα πρόωρα. Εκεί που σήμερα  συνωστίζονται εκατοντάδες άνθρωποι, καθώς πηγαινοέρχονται στη MAKRO , τη MEDIA MARKT, την CARREFOUR, και άλλα εμπορικά κέντρα και πολυκαταστήματα. Εκεί που σήμερα καταλήγει ο περιφερειακός της πόλης, διευκολύνοντας τις μετακινήσεις χιλιάδων ανθρώπων που τον διαβαίνουν κρυμμένοι στα μεταλλικά τους οχήματα.

Μόνος, εγώ και ο σκύλος μου. Με μια σφεντόνα στην πίσω τσέπη του κοντού παντελονιού μου. Εκεί έτρεχα όταν ήθελα να ξεφύγω από στενοχώριες, άσχημες σκέψεις, αδικία  και φόβο. Στους ψηλούς λόφους, με πόδια γρατσουνισμένα από ξερά χόρτα και αγκάθια, αγνάντευα και αφουγκραζόμουν την πόλη. Προσπαθούσα θυμάμαι να καταλάβω, γιατί μου φαίνονταν τόσο όμορφη από εκεί, ενώ έχανε την ομορφιά αυτή κάθε φορά που βρισκόμουν στην τραχιά και αφιλόξενη αγκαλιά της!

Οι άνθρωποι της πόλης,  τόσο ήρεμοι  και τόσο γοητευτικοί, παρατηρώντας τους από μακριά. Τόσο απότομοι, άγριοι και δύστροποι, όταν βρεθείς ανάμεσα τους.

Στους λόφους με τα σκουπίδια, μπορούσα να βρίσκομαι μακριά και συγχρόνως τόσο κοντά τους! Να τους παρατηρώ και να τους σκέπτομαι, καθώς εξερευνούσα και επεξεργαζόμουν τα χρησιμοποιημένα απομεινάρια της υλικής τους ταυτότητας. Καθισμένος σε μια βρώμικη και φθαρμένη μα αναπαυτική πολυθρόνα, διάβαζα ξεχασμένες αλληλογραφίες, σκάλιζα μπάζα, κουφώματα και χαλασμένες συσκευές, που λίγο παλαιότερα τους γέμιζαν ενέργεια, χαρά και ευτυχία, χαρίζοντας τους εκείνη τη γλυκιά, ηδονική αίσθηση ικανοποίησης που νιώθει κανείς υλοποιώντας τα όνειρα του.

Εκεί κείτονταν… Γκρεμισμένα, σπασμένα, ξεχασμένα όνειρα! Ικανοποιώντας την αχόρταγη περιέργεια και φαντασία μου, μπορούσα να νιώσω ένα μικρό κομμάτι της ενέργειας που χάριζαν τα υλοποιημένα όνειρα, στους ανθρώπους που ζουν σ’ αυτή την πολύβουη πόλη. Η που δεν βρίσκονταν πλέον στη ζωή.

Εκεί, ανάμεσα σε πεταμένα και ξεχασμένα όνειρα, που είχαν όπως φαίνεται και αυτά ημερομηνία λήξεως, γινόμουν ο Σούπερμαν, το παιδί πάνθηρας, ο Σπάιντερμαν, ο μεγάλος επιχειρηματίας, ο καλύτερος ποδοσφαιριστής, ο μεγάλος εραστής, ο Εθνικός ήρωας!

Στους λόφους με τα σκουπίδια, έγινα Εγώ τελικά!

ΔΕΚΑ ΕΥΡΩ… ΑΞΙΑ ΑΝΕΚΤΙΜΗΤΗ

Με τρία ευρώ κερδίζεις το φαγητό της ημέρας. Με δέκα, βολεύεις και ένα κρεβάτι με στρώμα, σε σκοτεινό δωμάτιο πολύ παλιού ξενοδοχείου. Μυρίζει μούχλα  και κλεισούρα, μα είναι ζεστό! Έχει δυο κουβέρτες σε μια ξύλινη ντουλάπα, κι ένα νιπτηράκι με βρύση. Εκεί μπορείς να πλυθείς, να λούσεις το βρώμικο κεφάλι σου, για να πάψει να σε τρώει, και να σε τρελαίνει από τον πόνο. Μακάρι να μπορούσες να πλύνεις και τα ρούχα σου. Μα είναι αδύνατον. Δεν προλαβαίνουν να στεγνώσουν, και δεν ξέρεις που θα βγάλεις την αυριανή νύχτα. Μια τέτοια παγερή μέρα του Γενάρη, ο πόνος  είναι ζωγραφισμένος στα μάτια σου. Και στο τσακισμένο πρόσωπο με την γκρίζα γενειάδα. ( Γκρίζα από τη βρωμιά και την καπνιά .) Ένα πρόσωπο σαν εκείνα που φιγουράρουν συνήθως στις θαμπές καπνισμένες  εικόνες των εκκλησιών. Εκεί που κοντοστέκεται κανείς, σταυροκοπιέται  και του ζητά βοήθεια, αποκαλώντας το, «Άγιο». Μα σαν το δει ζωντανό στη γωνία του πεζοδρομίου, γυρίζει αλλού το βλέμμα, κάνει πως δεν είδε, και αλλάζει δρόμο.

Η ώρα πήγε τέσσερις. Σε λίγο το φως της ημέρας θα χαθεί. Τα μετράς τα ξαναμετράς, δεν βγαίνουν πάνω από επτά ευρώ. Σηκώνεις το κεφάλι σου προς τον ουρανό. Μοιάζει  να ικετεύεις κάποιον εκεί ψηλά. Φαίνετε να είναι η τελευταία σου ελπίδα. Ένα δάκρυ ξεφεύγει από τα κόκκινα μάτια σου. Κυλά αργά μέσα σε μια αυλακιά του προσώπου σου, και χάνεται μέσα στα κοντά βρώμικα γένια.

– Όχι πάλι, όχι στο παγκάκι. Έχει πολύ κρύο. Δεν μπορώ πάλι. Η μέση μου, με πεθαίνει. Δεν θα το αντέξω και σήμερα. Επτά ευρώ είναι μόνο. Τι να κάνω; Δε μου δίνουν σήμερα. Τρία ευρώ ακόμη,  τρία ευρώ. Η μέση μου δεν αντέχει το κρύο. Τρία ευρώ, να κοιμηθώ στο κρεβάτι σήμερα. Και αύριο βλέπουμε.

Θα πρεπει να ήταν στα Βουλγάρικα όλα όσα είπες, εκτός δυο – τρεις λέξεις. Άκουσα όμως, και κατάλαβα πολύ καλά τι ζητούσες. Τρία ευρώ για επιβίωση. Τρία ευρώ για να τελειώσεις και τούτη τη μέρα ζωντανός, ευχαριστημένος. Αύριο προσπαθούμε απ’ την αρχή. Αύριο βλέπουμε!

 

Ο ΜΕΣΑ ΣΟΥ ΘΕΟΣ

Ποιος  είσαι  συ που τη ζωή διεκδικείς ;

Ποιος είσαι συ που τη ζωή περιφρονείς ;

Ποιος είμαι  εγώ που τη ζωή σου να βάλω σε μια τάξη σχεδιάζω ;

Δίχως να σε ρωτήσω αν έζησες , το όνειρο σου έστω  για μια στιγμή .

Αν είδες καταπρόσωπο την ποιο λαμπρή ζωή !

Γιατί πλανεύτηκες και άλλαξες την αρχική διαδρομή ;

Ποιος ο σκοπός και ποιος θεός ; Φύσηξε μέσα σου τη θεϊκή πνοή ;

Λαχτάρησες την άνοιξη στην ανθισμένη μυγδαλιά ;

Το καλοκαίρι , στης θάλασσας  τα κύματα τα γαλανά ;

Ανάσες φθινοπωρινής δροσιάς , σε δασική διαδρομή ;

Ή μήπως στης χιονονιφάδας τον τέλειο σχηματισμό , θυμήθηκες τον μέσα σου θεό !

ΑΝ…

ΑΝ…

 

Αν ήσουν θάλασσα ..Η τρικυμία που δέρνει την καρδιά μου θα γινόσουν !

Αν ήσουν ποταμός.. Χείμαρρος ορμητικός, που κατακλύζει κάθε σκέψη μου!

Αγάπη μου, αν ήσουνα ωκεανός ..Στα βάθη της ψυχής σου εγώ, απελπισμένος ναυαγός!

Αν πάλι ήσουν φωτιά.. Ψυχή και σώμα θ’άριχνα  στις φλόγες σου , δίχως να το σκεφτώ σταλιά !

Αν τέλος ήσουν άνεμος που πνέει στον ουρανό.. Σαν φύλο θα με σήκωνες ψηλά!

Να με λυτρώσεις, απ’ όλα τα δεινά !

Μα, είσαι όλα αυτά μαζί ! Κι αν μια στιγμή δειλιάσω , η σ ’αρνηθώ …

Αλίμονο.. κομμάτια θα γίνω ! Θα σκορπίσω ! Σε θάλασσα γη και ουρανό !

Μα είσαι όλα αυτά μαζί ! Κι εγώ ο τρελός … Επάνω σου ισορροπώ !